χορταίνω

ρήμα

1. Νιώθω ότι η ανάγκη για τροφή έχει καλυφθεί ή δέχομαι αρκετή τροφή ώστε να μην πεινώ άλλο.

2. Ικανοποιώ πλήρως μια ανάγκη, επιθυμία ή απαίτηση.

Συνώνυμα

κορέννυμι πληθαίνω μπουχτίζω ξεχνώ απολαμβάνω μπουκώνω ικανοποιούμαι

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μετά το μεσημεριανό, δεν μπορώ να χορταίνω άλλο φαγητό.
  • Τα παιδιά χόρτασαν στο οικογενειακό τραπέζι και σταμάτησαν να τρώνε.
  • Όσο κι αν χορταίνω, πάντα ζητάει κι άλλο γλυκό.
  • Δεν μπορώ να χορταίνω την ομορφιά αυτού του τοπίου.
  • Η γιαγιά είπε ότι δεν χορταίνει να βλέπει τα εγγόνια της.