υποτίμηση

ουσιαστικό

1. Η πράξη ή το αποτέλεσμα του να αποδίδεται σε κάποιον ή κάτι μικρότερη αξία, σημασία ή ικανότητα από ό,τι πραγματικά έχει.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η υποτίμηση του νομίσματος αύξησε το κόστος των εισαγωγών.
  • Η υποτίμηση των ικανοτήτων της ομάδας οδήγησε σε λάθος αποφάσεις.
  • Η δημόσια υποτίμηση της συμβολής του επιστήμονα ήταν άδικη.
  • Στα λογιστικά στοιχεία φαίνεται η υποτίμηση του πάγιου εξοπλισμού.
  • Η υποτίμηση των κινδύνων σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης μπορεί να κοστίσει ανθρώπινες ζωές.