ψόγος
ουσιαστικό1. Λόγος ή έκφραση που αποδοκιμάζει ή επικρίνει κάποια πράξη, συμπεριφορά ή πρόσωπο.
2. Αρνητική κρίση ή επίπληξη που διατυπώνεται για κάτι που θεωρείται εσφαλμένο ή ανεπιθύμητο.
Συνώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν βρήκε κανέναν ψόγο στο έργο του.
- Δέχτηκε τον ψόγο του προϊσταμένου με ψυχραιμία.
- Η παράλειψή του δεν άφησε περιθώριο για ψόγο.
- Οι αδικαιολόγητοι ψόγοι των συναδέλφων τον ενόχλησαν.
- Χωρίς κανέναν ψόγο, η δουλειά του ήταν άψογη.