σάτιρα
ουσιαστικό1. Λογοτεχνικό και θεατρικό είδος που χρησιμοποιεί χιούμορ, ειρωνεία και υπερβολή για να επικρίνει ή να καταγγείλει ανθρώπινες αδυναμίες, κοινωνικά κακώς κείμενα και πολιτικές πρακτικές.
Συνώνυμα
κοροϊδία χλευασμός εμπαιγμός ειρωνεία σαρκασμός παρωδία γελοιοποίηση κωμωδία τρολάρισμα γελοιογραφία χιούμορ μπηχτή πλάκα πείραγμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η σάτιρα του έργου καυτηριάζει την κοινωνική ανισότητα.
- Διαβάσαμε μια σάτιρα για την πολιτική διαφθορά στο περιοδικό.
- Ο λόγος του ήταν γεμάτος σάτιρα και ειρωνεία.
- Η εκπομπή κάνει σάτιρα στα δημόσια πρόσωπα κάθε εβδομάδα.
- Ο σκιτσογράφος χρησιμοποίησε σάτιρα για να αποδώσει την κριτική του χωρίς άμεση επίθεση.