χλευασμός
ουσιαστικόΕκδήλωση ή λόγος που έχει σκοπό να μειώσει, να γελοιοποιήσει ή να προσβάλει κάποιον ή κάτι.
Συνώνυμα
κοροϊδία γελοιοποίηση σάτιρα σκώμμα περιγέλασμα περιπαιγμός απαξίωση εξευτελισμός πείραγμα ύβρις διαπόμπευση ξεφτίλισμα περιφρόνηση τρολάρισμα σαρκασμός ειρωνεία εμπαιγμός άδειασμα καταφρόνηση ξεφτίλα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δημόσιος χλευασμός του συναδέλφου του τον πλήγωσε βαθιά.
- Δεν άντεχε άλλο τον χλευασμό των συμμαθητών του στο σχολείο.
- Το σχόλιό της είχε περισσότερο χλευασμό παρά αληθινό ενδιαφέρον.
- Ο πολιτικός απάντησε ήρεμα στον χλευασμό των αντιπάλων του.
- Στα μάτια της, η φράση του ήταν καθαρός χλευασμός.