χωρισμός
ουσιαστικό1. Η πράξη ή το αποτέλεσμα του να χωρίζονται δύο ή περισσότερα άτομα, αντικείμενα ή έννοιες, συχνά με την έννοια του τερματισμού προσωπικής ή επαγγελματικής σχέσης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο χωρισμός τους μετά από δέκα χρόνια σχέσης ήταν αναπόφευκτος.
- Ο χωρισμός των περιουσιακών στοιχείων έγινε με δικαστική απόφαση.
- Ο χωρισμός των απορριμμάτων σε ανακύκλωση και σύμμεικτα είναι απαραίτητος.
- Ο χωρισμός στον σταθμό προκάλεσε πολλή συγκίνηση.
- Ο χωρισμός των καθηκόντων ανάμεσα στα μέλη της ομάδας βελτίωσε την απόδοση.