υιοθετώ
ρήμα1. Δέχομαι με νόμιμη ή κοινωνική διαδικασία ως μέλος της οικογένειας ένα παιδί που δεν είναι βιολογικό και αναλαμβάνω τα γονεϊκά δικαιώματα και υποχρεώσεις.
2. Παίρνω υπό τη φροντίδα μου και κάνω δικό μου ζώο, παρέχοντάς του τροφή, στέγη και φροντίδα.
Συνώνυμα
αγκαλιάζω οικειοποιούμαι ασπάζομαι αποδέχομαι ενστερνίζομαι εφαρμόζω ενσωματώνω στηρίζω υποστηρίζω ψηφίζω ακολουθώ προσλαμβάνω συμφωνώ εγκρίνω προσχωρώ συμμερίζομαι λαμβάνω παίρνω αφομοιώνω επιλέγω αποκτώ αναλαμβάνω εισάγω επιβάλλω συγκατατίθεμαι συμμορφώνομαι τηρώ υποδέχομαι χρησιμοποιώ δεσμεύομαι επιδοκιμάζω πείθομαι προσυπογράφω συντάσσομαι συνυπογράφω ταυτίζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αποφάσισα ότι υιοθετώ ένα αδέσποτο σκύλο από το καταφύγιο.
- Στη γενική συνέλευση υιοθετώ την πρόταση που κατέθεσε το Διοικητικό Συμβούλιο.
- Από σήμερα υιοθετώ πιο υγιεινές διατροφικές συνήθειες.
- Στην έρευνά μου υιοθετώ τη μεθοδολογία που χρησιμοποίησαν προηγούμενοι μελετητές.
- Στις δημόσιες δηλώσεις μου υιοθετώ μια πιο μετρημένη γλώσσα.