τρελός

επίθετο

1. Που παρουσιάζει σοβαρή ή χρόνια διαταραχή της ψυχικής ισορροπίας, με μείωση της ικανότητας για συνεπή λογική κρίση και προσαρμογή στις καθημερινές απαιτήσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο τρελός άνδρας περπατούσε μόνος στο πάρκο.
  • Είμαι τρελός για αυτή τη σειρά.
  • Το πάρτι ήταν τρελό χθες το βράδυ.
  • Έκανε τρελές προσπεράσεις στην εθνική.
  • Η τρελή ιδέα του τελικά λειτούργησε.