σύστημα
ουσιαστικό1. Οργανωμένο σύνολο στοιχείων ή μερών που αλληλεπιδρούν και συνεργάζονται για να επιτελέσουν συγκεκριμένη λειτουργία ή σκοπό.
Συνώνυμα
μηχανισμός οργάνωση κατεστημένο διάταξη δομή σύνολο καθεστώς πλαίσιο τάξη οργανισμός τρόπος συσκευή λογισμικό ρουτίνα κύκλωμα δόγμα πολίτευμα δίκτυο σύμπλεγμα μέθοδος μεθοδολογία πλατφόρμα σχηματισμός κατασκευή οντότητα σύσταση σώμα συγκρότημα δομήμα θεωρία πολιτεία μηχάνημα κύκλος στρατηγική πρωτόκολλο κράτος δίαιτα δημοκρατία θεσμός κοινοπολιτεία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το σύστημα του υπολογιστή χρειάζεται αναβάθμιση.
- Ένα καλά οργανωμένο σύστημα υγείας προστατεύει τους πολίτες.
- Το ηλιακό σύστημα περιλαμβάνει τον Ήλιο και τους πλανήτες.
- Το σύστημα θέρμανσης στο κτίριο χάλασε χτες.
- Το σύστημα φορολογίας πρέπει να γίνει πιο δίκαιο.