σύνολο

ουσιαστικό

1. Συλλογή διακριτών στοιχείων που θεωρούνται ως μια ενιαία ομάδα βάσει κοινών χαρακτηριστικών ή σχέσης μεταξύ τους.

2. Η ολότητα των στοιχείων ή μερών που συγκροτούν κάτι.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το σύνολο των φυσικών αριθμών περιλαμβάνει το μηδέν.
  • Το σύνολο της εργασίας παρουσιάστηκε στη συνεδρίαση.
  • Αγόρασε ένα σύνολο ρούχων για τη γιορτή.
  • Το σύνολο των εξόδων υπερέβη τον προϋπολογισμό.
  • Το μουσικό σύνολο έπαιξε χωρίς διακοπή.