προώθηση

ουσιαστικό

1. Ενέργεια ή διαδικασία ανύψωσης σε υψηλότερη θέση, βαθμό ή ρόλο μέσα σε έναν οργανισμό ή επάγγελμα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η προώθηση του νέου προϊόντος ξεκινάει την επόμενη εβδομάδα.
  • Η προώθηση σε διευθυντική θέση ήρθε μετά από χρόνια σκληρής δουλειάς.
  • Η προώθηση του μηνύματος σε όλους τους συνεργάτες έγινε αυτόματα.
  • Η προώθηση της υγιεινής διατροφής αποτελεί προτεραιότητα για το υπουργείο.
  • Η προώθηση της ομάδας στη μεγάλη κατηγορία πανηγυρίστηκε από τους φιλάθλους.