προκλητικός
επίθετο1. Που προκαλεί έντονη αντίδραση, δυσφορία ή θυμό και μπορεί να οδηγήσει σε διαμάχη ή αντιπαράθεση.
Συνώνυμα
προσβλητικός υβριστικός αναιδής αυθάδης θρασύς ερεθιστικός σκανδαλώδης σκανδαλιστικός ερωτικός σέξι θελκτικός φρέσκος άσεμνος αισθησιακός αισχρός ανήκουστος αναίσχυντος απροκάλυπτος επιδεικτικός εριστικός κραυγαλέος ξεδιάντροπος τολμηρός ανατρεπτικός εξωφρενικός επιθετικός αλαζονικός εκκεντρικός τσαμπουκαλής αυθάδικος ανάρμοστος ασεβής καυτός σαγηνευτικός χυδαίος εντυπωσιακός ενοχλητικός αμφιλεγόμενος δελεαστικός εκνευριστικός ενδιαφέρων πομπώδης φανταχτερός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο προκλητικός τρόπος ομιλίας του προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.
- Η προκλητική στολή τράβηξε τα βλέμματα στην εκδήλωση.
- Έκανε έναν προκλητικό ισχυρισμό στη συνέντευξη και οι δημοσιογράφοι αντέδρασαν.
- Το διαφημιστικό είχε προκλητικό περιεχόμενο για να τραβήξει την προσοχή.
- Το άρθρο έθεσε μια προκλητική ερώτηση που ανάγκασε τους αναγνώστες να σκεφτούν.