προβλέψιμος

επίθετο

1. Που μπορεί να προβλεφθεί με βάση υπάρχουσες πληροφορίες, τάσεις ή κανόνες.

2. Που παρουσιάζει σταθερή, επαναλαμβανόμενη ή αναμενόμενη συμπεριφορά ή εξέλιξη.

3. Που δεν προκαλεί έκπληξη λόγω της συμφωνίας με τις προσδοκίες ή τα συνήθη πρότυπα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η συμπεριφορά του είναι προβλέψιμη.
  • Ο καιρός ήταν προβλέψιμος αυτό το σαββατοκύριακο.
  • Το αποτέλεσμα του πειράματος ήταν προβλέψιμο.
  • Οι αντιδράσεις τους ήταν προβλέψιμες, όπως πάντα.
  • Το μοτίβο στο γράφημα είναι προβλέψιμο.