παράδοση
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή διαδικασία παράδοσης αντικειμένου, εγγράφου ή προσώπου από έναν φορέα σε άλλον, περιλαμβάνοντας τη μεταβίβαση της κατοχής, της ευθύνης ή του ελέγχου.
Συνώνυμα
διδασκαλία απόδοση αποστολή έθιμο ήθη ήθος κληρονομιά συνήθεια εκπαίδευση διανομή παραχώρηση εκχώρηση υποταγή ιστορία μεταφορά κατάθεση διάλεξη διαβίβαση επίδοση μεταβίβαση νόρμα παροχή υποβολή παρακαταθήκη κουλτούρα δοξασία λαογραφία προφορικότητα αφήγηση μάθημα παραίτηση κληρονομία προέλευση πατροπαράδοτο κληροδότημα σχολή άφιξη εγκατάλειψη χορήγηση αποπεράτωση διεκπεραίωση κοινοποίηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παράδοση των δώρων θα γίνει το βράδυ.
- Η παράδοση της εξουσίας στον νέο πρωθυπουργό ήταν επίσημη.
- Η παράδοση των ηθών και των εθίμων διατηρείται στα νησιά.
- Η παράδοση του πακέτου καθυστέρησε λόγω κακοκαιρίας.
- Κατά την παράδοση του μαθήματος, ο καθηγητής παρουσιάζει το νέο κεφάλαιο.