παγώνω
ρήμα1. Μετατρέπομαι από υγρή σε στερεή κατάσταση εξαιτίας χαμηλής θερμοκρασίας.
2. Ελαττώνω ή ελαττώνεται η θερμοκρασία κάποιου αντικειμένου, υγρού ή χώρου, προκαλώντας ψύξη.
Συνώνυμα
καταψύχω κολλάω μπλοκάρω κρυώνω ψυχραίνω κοκαλώνω παραλύω ακινητοποιούμαι σταματώ διακόπτω αναστέλλω φρικάρω τρομάζω ακινητοποιώ δεσμεύω καθηλώνομαι τρέμω κολλώ μπλοκάρομαι σκαλώνω συγκλονίζομαι τρομάζομαι φρακάρω δροσίζω πήζω σκληραίνω στερεοποιώ φοβάμαι εκπλήσσω αναστέλλομαι αναχαιτίζω απαγορεύω αποθαρρύνω δειλιάζω διστάζω καθηλώνω ματαιώνω πανικοβάλλομαι φρενάρω ανατριχιάζω βραδύνω κωλώνω τρομοκρατώ σαστίζω
Αντώνυμα
ξεπαγώνω ζεσταίνω θερμαίνω ξεκινώ συνεχίζω ξεμπλοκάρω αποδεσμεύω λιώνω ψήνω λιώνομαι ζεσταίνομαι λειτουργώ κινώ εξελίσσομαι βηματίζω κυλάω περιστρέφω ψήνομαι ενθουσιάζω ιδρώνω ξεμπλοκάρομαι οριστικοποιώ στριφογυρίζομαι φλέγομαι περνάω αποφασίζω κουνιέμαι κινούμαι επιταχύνω μετακινούμαι παρακινώ περιστρέφομαι πορεύομαι προγραμματίζω στροβιλίζομαι συντελώ επιταχύνομαι κουνώ καταβάλλω
Παραδείγματα χρήσης
- Το νερό παγώνει όταν η θερμοκρασία πέσει κάτω από το μηδέν.
- Χωρίς το παλτό, κάθε φορά που βγαίνω έξω παγώνω.
- Μόλις είδε το φίδι, πάγωσε στη θέση του.
- Η εταιρεία πάγωσε τις προσλήψεις μέχρι νεωτέρας.
- Θα παγώσω τα φρούτα για το χειμώνα.