κατάπτωση
ουσιαστικό1. Κατάσταση κατά την οποία ένα σώμα, κατασκευή, θεσμός ή σύστημα χάνει τη δομική ή λειτουργική του σταθερότητα και παύει να λειτουργεί σωστά, συχνά με ξαφνική ή βαθμιαία διακοπή της λειτουργίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κατάπτωση της εγγύησης επιβλήθηκε στον ανάδοχο λόγω αθέτησης του συμβολαίου.
- Η κατάπτωση του δικαιώματος προσφυγής συνέβη επειδή δεν υποβλήθηκε η ένσταση εντός της προθεσμίας.
- Η κατάπτωση βράχων στο μονοπάτι ανάγκασε το κλείσιμο του τμήματος του δρόμου.
- Η κατάπτωση των ηθών στην κοινότητα ανησυχεί πολλούς κατοίκους.
- Η κατάπτωση της άδειας λειτουργίας ήταν αποτέλεσμα πολλαπλών παραβάσεων.