καθορίζω
ρήμα1. Καθορίζω με σαφήνεια τα όρια, το περιεχόμενο ή τα χαρακτηριστικά ενός αντικειμένου, μιας έννοιας ή μιας κατάστασης, κάνοντάς τα γνωστά και αναγνωρίσιμα.
Συνώνυμα
ορίζω προσδιορίζω θέτω ρυθμίζω χαράσσω θεσπίζω καθιερώνω οριοθετώ συγκεκριμενοποιώ διαμορφώνω προδιαγράφω κλειδώνω οριστικοποιώ αποφασίζω κανονίζω επηρεάζω διακανονίζω προβλέπω χαρακτηρίζω φράζω διατυπώνω δηλώνω επιβάλλω τακτοποιώ διευθετώ διευκρινίζω επιλέγω υπαγορεύω χειραγωγώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο λεξικογράφος καθορίζει τη σημασία της λέξης στο λήμμα.
- Η επιτροπή καθορίζει την ημερομηνία των εξετάσεων.
- Οι οικονομικές συνθήκες καθορίζουν τις επιλογές των επενδυτών.
- Ο νόμος καθορίζει τα όρια ταχύτητας στους αυτοκινητοδρόμους.
- Πριν ξεκινήσουμε, πρέπει να καθορίσω τους στόχους του έργου.
- Οι όροι της σύμβασης καθορίζονται ρητά στο άρθρο 3.