επιβλητικός

επίθετο

1. Που έχει εντυπωσιακό ή μεγαλόπρεπο παρουσιαστικό και προκαλεί δέος ή σεβασμό.

2. Που επιβάλλει την προσοχή ή την υπακοή λόγω αυθεντίας, ισχύος ή κύρους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το επιβλητικό κτίριο δεσπόζει στην πλατεία.
  • Ο διευθυντής είχε έναν επιβλητικό τρόπο που επέβαλε σεβασμό.
  • Η ηθοποιός απέδωσε την ηρωίδα με μια επιβλητική παρουσία στη σκηνή.
  • Οι επιβλητικές στήλες του μνημείου φαίνονται από μακριά.
  • Όταν μίλησε, η φωνή του έγινε επιβλητική και η αίθουσα σιώπησε.