βασιλικός
επίθετο1. Που ανήκει ή σχετίζεται με βασιλιά, τη βασιλική οικογένεια ή τη μοναρχία.
2. Που φέρει μεγαλοπρέπεια, επισημότητα ή επιβλητικό ύφος.
3. Που υποδηλώνει υψηλή θέση, κύρος ή προνόμια σε πρόσωπο, τρόπο ή χαρακτηριστικό.
Συνώνυμα
βασιλιάτικος βασίλειος μοναρχικός αυλικός παλατιανός αρχοντικός πριγκιπικός αυτοκρατορικός μεγαλοπρεπής επιβλητικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο βασιλικός στη γλάστρα χρειάζεται αρκετό ήλιο.
- Το βασιλικό παλάτι ανοίγει για το κοινό το καλοκαίρι.
- Η βασιλική του χωριού είναι επισκέψιμη τις Κυριακές.
- Οι βασιλικοί τίτλοι πέρασαν στον πρωτότοκο της οικογένειας.
- Πρόσθεσε λίγα φύλλα βασιλικού στη σαλάτα για άρωμα.