ενσωματώνω
ρήμα1. Κάνω κάτι αναπόσπαστο μέρος ενός μεγαλύτερου συνόλου, ώστε να λειτουργεί ή να θεωρείται ως τμήμα του.
2. Τοποθετώ και προσαρμόζω στοιχεία, ιδέες ή χαρακτηριστικά μέσα σε δομή, κείμενο, προϊόν ή διαδικασία, ώστε να συνεργάζονται με τα υπόλοιπα μέρη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο νέο τραπέζι ενσωματώνω ένα συρτάρι για επιπλέον αποθήκευση.
- Στην εφαρμογή ενσωματώνω λειτουργίες ασφαλείας όπως έλεγχο ταυτότητας δύο παραγόντων.
- Στην καθημερινότητά μου ενσωματώνω νέες συνήθειες για πιο υγιεινό τρόπο ζωής.
- Στην αναφορά ενσωματώνω τα τελευταία στατιστικά στοιχεία για καλύτερη αξιολόγηση.
- Στην εταιρική στρατηγική ενσωματώνω τις προτάσεις των εργαζομένων για μεγαλύτερη συμμετοχή.