ενεργός
επίθετο1. Που έχει ή διαθέτει ικανότητα για δράση, κίνηση ή παραγωγή έργου, εκδηλώνοντας δύναμη ή ζωτική ενέργεια.
2. Που λειτουργεί ή έχει τεθεί σε κατάσταση ενεργοποίησης, ως προς μηχανές, συσκευές, προγράμματα ή συστήματα.
Συνώνυμα
ενεργοποιημένος δραστήριος ενεργητικός λειτουργικός ανοιχτός συμμετέχων υφιστάμενος ζωντανός παρών σπινταρισμένος κινητικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αθλητής παραμένει ενεργός παρά την ηλικία του.
- Ο υπολογιστής είναι ενεργός και λαμβάνει ενημερώσεις.
- Η πολίτης είναι ενεργή στην τοπική κοινότητα.
- Το ηφαίστειο παραμένει ενεργό μετά τις πρόσφατες εκρήξεις.
- Το ένζυμο είναι ενεργό μόνο σε συγκεκριμένες συνθήκες.