αποσυνδεδεμένος

επίθετο

1. Που δεν έχει ενεργή σύνδεση με άλλο αντικείμενο, συσκευή, πηγή ενέργειας ή δίκτυο και επομένως δεν επικοινωνεί ή δεν τροφοδοτείται.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

συνδεδεμένος συνδετός διασυνδεδεμένος ονλάιν ενωμένος ενσωματωμένος ενταγμένος προσαρτημένος ενεργός δεμένος ενιαίος συμπλεγμένος μέλος

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο υπολογιστής είναι αποσυνδεδεμένος από το δίκτυο.
  • Η συσκευή εμφανίζει ότι ο χρήστης είναι αποσυνδεδεμένος.
  • Μετά το καβγά ένιωθε αποσυνδεδεμένη από την οικογένειά της.
  • Όλα τα καλώδια ήταν αποσυνδεδεμένα πριν τη συντήρηση.
  • Το χωριό έμοιαζε αποσυνδεδεμένο από την υπόλοιπη χώρα.