απών

επίθετο

1. Που δεν βρίσκεται στον τόπο, στη συνάντηση ή στο γεγονός όπου αναμένεται ή προβλέπεται να είναι.

2. Που δεν είναι παρών σε μια σύνθεση, λίστα ή διαδικασία στην οποία θα όφειλε ή είχε δηλωθεί.

Συνώνυμα

άφαντος εξαφανισμένος εκτός λείπων ελλείπων απουσιάζων ανύπαρκτος αμέτοχος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιώργος ήταν απών από τη σύσκεψη.
  • Η Μαρία ήταν απούσα από το μάθημα λόγω ασθένειας.
  • Στο παρουσιολόγιο τον σημείωσαν ως απόντα.
  • Κατά τη διάρκεια της συζήτησης ήταν απών με το μυαλό του.
  • Από την ομάδα ήταν απόντες δύο βασικοί παίκτες.