παρών
επίθετο1. Που βρίσκεται σε συγκεκριμένο χώρο ή εκδήλωση και συμμετέχει ή παρακολουθεί την εξέλιξή της.
2. Που υπάρχει ή ισχύει στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο, που αναφέρεται στο παρόν και όχι στο παρελθόν ή στο μέλλον.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ήμουν παρών στη σύσκεψη χθες.
- Το πρόβλημα είναι παρόν ακόμη.
- Ο παρών κανονισμός θα ισχύει από αύριο.
- Η Μαρία ήταν παρούσα στην τελετή.
- Όλοι οι παρόντες υπέγραψαν το πρακτικό.