ακινητοποιημένος

επίθετο

1. Που δεν μπορεί να κινηθεί ή να μετακινηθεί, προσωρινά ή οριστικά, λόγω εξωτερικού περιορισμού, βλάβης ή εσωτερικής ανικανότητας.

2. Που έχει σταματήσει να λειτουργεί ή να εκτελεί την προβλεπόμενη κίνηση (για οχήματα, μηχανές ή μηχανισμούς).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο κινητήρας ήταν ακινητοποιημένος μετά τη βλάβη.
  • Ο οδηγός έμεινε ακινητοποιημένος από το σοκ.
  • Ο δρόμος ήταν ακινητοποιημένος για ώρες λόγω ατυχήματος.
  • Ο μηχανισμός του εργοστασίου παρέμεινε ακινητοποιημένος μέχρι να γίνουν οι επισκευές.
  • Ο χρόνος φαινόταν ακινητοποιημένος μέσα στην αμηχανία της στιγμής.