εκτός
άλλο1. Σε εξωτερικό χώρο ή πέρα από τα όρια ενός χώρου ή σημείου αναφοράς.
2. Χρησιμοποιείται για να δηλώσει ότι κάτι ή κάποιος δεν περιλαμβάνεται μέσα σε ένα σύνολο, κατάσταση ή κανόνα.
Συνώνυμα
πλην έξω εξαιρουμένου απών απούσα αποκλεισμένος πέραν έξωθεν πέρα παρά εξωτερικά χωρίς απαλλαγμένος απομονωμένος αποπροσανατολισμένος σβησμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εκτός από τη Μαρία, όλοι παρευρέθηκαν.
- Το αυτοκίνητο είναι εκτός του γκαράζ.
- Ο ανελκυστήρας είναι εκτός λειτουργίας.
- Μείναμε εκτός του αγώνα λόγω τραυματισμού.
- Δεν θα έρθω εκτός αν αλλάξεις γνώμη.