εισβολή
ουσιαστικό1. Έντονη και συστηματική είσοδος ένοπλων δυνάμεων σε ξένο έδαφος ή εγκαταστάσεις με σκοπό τον έλεγχο, την κατάληψη ή την ανάληψη εξουσίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εισβολή των ξένων στρατευμάτων ξεκίνησε τα ξημερώματα.
- Η εισβολή στο διαμέρισμα έγινε ενώ οι ένοικοι κοιμόντουσαν.
- Η εισβολή στο εταιρικό δίκτυο οδήγησε σε διαρροή ευαίσθητων δεδομένων.
- Η εισβολή ξενικών ειδών απειλεί την τοπική βιοποικιλότητα.
- Η εισβολή της τεχνολογίας στην καθημερινή ζωή αλλάζει τις συνήθειές μας.