δώρο
ουσιαστικό1. Αντικείμενο, ποσό ή άλλη παροχή που προσφέρεται σε κάποιον χωρίς αντάλλαγμα, συνήθως ως έκφραση ευγνωμοσύνης, αγάπης ή εορτασμού.
2. Πράξη προσφοράς προς τιμήν, αναγνώριση ή υποστήριξη κάποιου ή κάποιας περίστασης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Της έκανα ένα δώρο για τα γενέθλιά της.
- Το μουσικό του ταλέντο είναι ένα δώρο.
- Μας πρόσφεραν ένα δώρο με την παραγγελία.
- Η είδηση ήταν ένα δώρο για όλους.
- Το παιδί θεωρείται δώρο του Θεού.