δάνειο

ουσιαστικό

1. Χρηματικό ποσό ή άλλο αγαθό που παραχωρείται προσωρινά από έναν δανειστή σε έναν δανειζόμενο με την υποχρέωση επιστροφής του, συνήθως με την προσθήκη τόκων και σύμφωνα με συμφωνημένους όρους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Πήρα ένα δάνειο από την τράπεζα για να αγοράσω σπίτι.
  • Το επιτόκιο του δανείου είναι υψηλό, γι' αυτό αυξήθηκαν οι μηνιαίες πληρωμές.
  • Η λέξη «μπικίνι» είναι δάνειο από τα αγγλικά.
  • Το βιβλίο αυτό είναι δάνειο από τη δημόσια βιβλιοθήκη και πρέπει να το επιστρέψω αύριο.
  • Ο προϋπολογισμός του δήμου περιλαμβάνει την αποπληρωμή πολλών δανείων.