φακελάκι
ουσιαστικό1. Μικρός φάκελος από χαρτί ή άλλο λεπτό υλικό, προορισμένος για φύλαξη ή μεταφορά επιστολών, εγγράφων ή μικρών αντικειμένων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έβαλα ένα φακελάκι τσαγιού στο φλιτζάνι.
- Το φακελάκι με την πρόσκληση ήταν πάνω στο τραπέζι.
- Μου ζήτησαν φακελάκι για να προχωρήσει πιο γρήγορα η διαδικασία.
- Βρήκα ένα μικρό φακελάκι με άσπρη σκόνη στην τσέπη του μπουφάν.
- Έβαλα δύο φακελάκια ζάχαρης στον καφέ.