διαψεύδω
ρήμα1. Αρνούμαι ή απορρίπτω ως ψευδή δήλωση, ισχυρισμό ή πληροφορία, είτε προφορικά είτε με τεκμήρια.
2. Δείχνω ότι μια πρόβλεψη, προσδοκία ή υπόθεση δεν επαληθεύεται, ανατρέποντας τις προσδοκίες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
επιβεβαιώνω επαληθεύω βεβαιώνω αποδεικνύω ομολογώ παραδέχομαι διασταυρώνω εικάζω μαρτυρώ πιστοποιώ ισχυρίζομαι διαβεβαιώνω δηλώνω εγγυώ τεκμηριώνω επικυρώνω αναγνωρίζω αποδέχομαι διακηρύσσω διαπιστώνω δικαιώνω καταδεικνύω συνάγω υποδεικνύω λέω πιστεύω σημαίνω υπόσχομαι θεωρώ πείθω σιγουρεύω παριστάνω πιθανολογώ προσυπογράφω συντρέχω χαρακτηρίζω ανακοινώνω συμφωνώ αντιπροσωπεύω βασίζομαι επικαλούμαι προαναγγέλλω
Παραδείγματα χρήσης
- Η Διαψεύδω τις φήμες ότι θα παραιτηθώ.
- Ο εκπρόσωπος διαψεύδει επισήμως την είδηση.
- Τα αποτελέσματα των εξετάσεων διαψεύδουν την αρχική υπόθεση.
- Η πραγματικότητα συχνά διαψεύδει τις προσδοκίες μας.
- Μην βιάζεσαι· τα στοιχεία μπορεί να σε διαψεύσουν.