διαφυλάσσω
ρήμα1. Κρατώ ή τοποθετώ κάτι σε ασφαλή κατάσταση ώστε να μην υποστεί βλάβη, απώλεια ή αλλοίωση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
παραμελώ εγκαταλείπω εκθέτω προδίδω καταστρέφω απεμπολώ αλλοιώνω θυσιάζω αποκαλύπτω αφήνω παραδίδω βλάπτω χαλάω διαρρέω ανατρέπω διακινδυνεύω εξαλείφω εξολοθρεύω εξοντώνω σαρώνω φθείρω πειράζω αλλάζω διαλύω αναστρέφω διαταράσσω κατασπαταλώ παραχαράσσω σφαγιάζω τροποποιώ διασκορπίζω δημοσιεύω εκχωρώ χάνω ακυρώνω αντικαθιστώ εκποιώ θανατώνω
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε βράδυ διαφυλάσσω το σπίτι κλείνοντας όλες τις πόρτες.
- Στο αρχείο διαφυλάσσω παλιά έγγραφα υπό ελεγχόμενες συνθήκες.
- Ως δάσκαλος διαφυλάσσω τις παραδόσεις της περιοχής μέσα από τα μαθήματα.
- Στην εργασία μου διαφυλάσσω το απόρρητο των πελατών.
- Σε αυτό το καταφύγιο διαφυλάσσω τα προστατευόμενα είδη και το οικοσύστημα.