διαφυλάσσω

ρήμα

1. Κρατώ ή τοποθετώ κάτι σε ασφαλή κατάσταση ώστε να μην υποστεί βλάβη, απώλεια ή αλλοίωση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε βράδυ διαφυλάσσω το σπίτι κλείνοντας όλες τις πόρτες.
  • Στο αρχείο διαφυλάσσω παλιά έγγραφα υπό ελεγχόμενες συνθήκες.
  • Ως δάσκαλος διαφυλάσσω τις παραδόσεις της περιοχής μέσα από τα μαθήματα.
  • Στην εργασία μου διαφυλάσσω το απόρρητο των πελατών.
  • Σε αυτό το καταφύγιο διαφυλάσσω τα προστατευόμενα είδη και το οικοσύστημα.