βγαίνω
ρήμα1. Φεύγω από έναν εσωτερικό χώρο ή σημείο και περνάω στον εξωτερικό χώρο ή σε άλλο σημείο, διακόπτοντας την παραμονή εκεί.
2. Πηγαίνω έξω για κοινωνική επαφή, διασκέδαση ή περίπατο, συχνά με σκοπό συνάντηση με άλλους.
Συνώνυμα
εξέρχομαι εκβαίνω αποβιβάζομαι φεύγω αναχωρώ εμφανίζομαι παρουσιάζομαι κυκλοφορώ ξεπροβάλλω γεννιέμαι κοστίζω κατεβαίνω αποχωρώ φανερώνομαι αποδεικνύομαι ξεπετάγομαι πετιέμαι διαρρέω πετάγομαι συναναστρέφομαι αποβαίνω προκύπτω εκπορεύομαι αποκαλύπτομαι αναδύομαι ξεμυτίζω προβάλλομαι εμφανίζω καταφέρνω ξεκινάω ανταπεξέρχομαι εκδηλώνομαι ξεγλιστράω απεγκλωβίζομαι αποσυνδέομαι εκλαμβάνομαι επιβεβαιώνομαι αποσυρόμαι ξεσκεπάζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε Παρασκευή βγαίνω με φίλους για φαγητό.
- Πρέπει να βγαίνω από το σπίτι πριν τις έξι για να προλάβω το λεωφορείο.
- Σε φωτογραφίες βγαίνω σχεδόν πάντα με κλειστά μάτια.
- Από αυτή τη δουλειά βγαίνω κουρασμένος, αλλά ικανοποιημένος.
- Στο τέλος του μήνα βγαίνω με θετικό υπόλοιπο στον λογαριασμό μου.