επιβεβαιώνομαι

ρήμα

1. Διαπιστώνομαι ως έγκυρος ή αληθής μετά από έλεγχο ή επαλήθευση στοιχείων, γεγονότων ή δηλώσεων.

2. Λαμβάνω επίσημη ή ρητή επιβεβαίωση ή έγκριση από αρμόδιο πρόσωπο, φορέα ή σύστημα.

Συνώνυμα

βεβαιώνομαι επαληθεύομαι αληθεύω σιγουρεύομαι διαπιστώνομαι αποδεικνύομαι επικυρώνομαι διασταυρώνομαι τεκμηριώνομαι πιστοποιούμαι βγαίνω ελέγχομαι

Αντώνυμα

διαψεύδομαι σφάλλω αμφισβητούμαι ανατρέπομαι αναιρούμαι καταρρίπτομαι απορρίπτομαι ακυρώνομαι

Παραδείγματα χρήσης

  • Για το ραντεβού της Παρασκευής, επιβεβαιώνομαι ηλεκτρονικά.
  • Μετά το τεστ, επιβεβαιώνομαι θετικός στον ιό.
  • Με τα νέα στοιχεία, επιβεβαιώνομαι στις αρχικές μου υποψίες.
  • Με την εγγραφή στο συνέδριο, επιβεβαιώνομαι στη λίστα ομιλητών.
  • Με τα επίσημα έγγραφα, επιβεβαιώνομαι ως νόμιμος κληρονόμος.