αυθορμητισμός
ουσιαστικό1. Ιδιότητα ή κατάσταση του να ενεργεί κανείς αυθόρμητα, χωρίς προμελέτη ή εξωτερικό σχεδιασμό, και να εκφράζει άμεσα συναισθήματα ή αντιδράσεις.
Συνώνυμα
αυθορμητικότητα αυθορμησία παρορμητικότητα παρορμητισμός ανεπιτήδευση φυσικότητα αυτοσχεδιασμός αυθεντικότητα άμεσότητα ειλικρίνεια πρωτοβουλία εκρηκτικότητα αμεσότητα προθυμία
Αντώνυμα
επιτήδευση τεχνητότητα σχεδιασμός σχέδιο τεχνική στρατηγική τακτική αυτοέλεγχος εγκράτεια προγραμματισμός μεθοδικότητα υπολογισμός αυτοσυγκράτηση συγκράτηση λογισμός σκέψη μενού πλάνο μέθοδος αμηχανία τελετουργία αυτοκυριαρχία ντροπαλότητα σκοπιμότητα ψυχραιμία προβλεψιμότητα συστηματικότητα μηχανισμός παθητικότητα συλλογισμός τελετή ύφος εγχειρίδιο εξαναγκασμός πονηριά διστακτικότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αυθορμητισμός της στη σκηνή κέρδισε το κοινό.
- Στις συζητήσεις του δείχνει πάντα έναν απλό αυθορμητισμό, χωρίς δεύτερες σκέψεις.
- Ο ζωγράφος εκφράζει τον αυθορμητισμό του με γρήγορα, ελεύθερα σχέδια.
- Ορισμένοι κριτικοί θεώρησαν τον αυθορμητισμό του έργου τεχνική αφέλεια.
- Χάρη στον αυθορμητισμό της, η έκπληξη ήταν πιο αυθεντική.