αυθορμητισμός

ουσιαστικό

1. Ιδιότητα ή κατάσταση του να ενεργεί κανείς αυθόρμητα, χωρίς προμελέτη ή εξωτερικό σχεδιασμό, και να εκφράζει άμεσα συναισθήματα ή αντιδράσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο αυθορμητισμός της στη σκηνή κέρδισε το κοινό.
  • Στις συζητήσεις του δείχνει πάντα έναν απλό αυθορμητισμό, χωρίς δεύτερες σκέψεις.
  • Ο ζωγράφος εκφράζει τον αυθορμητισμό του με γρήγορα, ελεύθερα σχέδια.
  • Ορισμένοι κριτικοί θεώρησαν τον αυθορμητισμό του έργου τεχνική αφέλεια.
  • Χάρη στον αυθορμητισμό της, η έκπληξη ήταν πιο αυθεντική.