τεχνική
ουσιαστικό1. Μέθοδος, τρόπος ή σύνολο διαδικασιών που εφαρμόζονται για την εκτέλεση, παραγωγή ή επίτευξη ενός συγκεκριμένου αποτελέσματος.
2. Πρακτική δεξιότητα ή ειδίκευση που αφορά την εφαρμογή γνώσεων, εργαλείων και χειρισμών σε συγκεκριμένο πεδίο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αυθορμησία αυθορμητισμός ερασιτεχνισμός αυτοσχεδιασμός αμαθία αδεξιότητα προχειρότητα απλότητα τυχαίοτητα ένστικτο φυσικότητα φιλοσοφία τυχαιότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Η τεχνική του πιανίστα είναι εξαιρετική.
- Η νέα τεχνική άρδευσης βελτίωσε την παραγωγή.
- Απαιτείται τεχνική υποστήριξη για την εγκατάσταση του λογισμικού.
- Η τεχνική μελέτη του έργου ολοκληρώθηκε χθες.
- Στον αθλητισμό, η τεχνική συχνά κάνει τη διαφορά ανάμεσα στους πρωταθλητές.