έγκριση
ουσιαστικό1. Πράξη ή αποτέλεσμα μέσω του οποίου παρέχεται εξουσιοδότηση για την πραγματοποίηση πράξης, σχεδίου ή πρότασης, συνήθως μετά από αξιολόγηση των προϋποθέσεων.
2. Έγγραφο ή δήλωση που τεκμηριώνει την παραπάνω πράξη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η έγκριση του έργου καθυστέρησε λόγω ελλείψεων στις μελέτες.
- Πριν ταξιδέψουν στο εξωτερικό, χρειάζονται τη έγκριση των γονέων.
- Ο προϋπολογισμός θα τεθεί σε ψηφοφορία για να λάβει έγκριση από το συμβούλιο.
- Η νέα φαρμακευτική θεραπεία αναμένει την έγκριση του οργανισμού φαρμάκων.
- Η εταιρεία απέσπασε έγκριση για την ανέγερση του κτιρίου.