άσχημος

επίθετο

1. Που δεν θεωρείται ευχάριστο στην όψη και παρουσιάζει αισθητικά χαρακτηριστικά που προκαλούν αρνητική εντύπωση.

2. Που προκαλεί δυσάρεστα συναισθήματα ή δημιουργεί δυσμενή εντύπωση στη συμπεριφορά ή στις ανθρώπινες σχέσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο καιρός είναι άσχημος σήμερα.
  • Δεν θέλω να κρίνω κάποιον, αλλά τον βρίσκω άσχημο.
  • Πέρασα ένα άσχημο βράδυ στο νοσοκομείο.
  • Η συμπεριφορά της στη δουλειά ήταν άσχημη.
  • Η μυρωδιά από την κουζίνα ήταν άσχημη.
  • Άκουσα μερικούς άσχημους θορύβους από το αυτοκίνητο.