γράμμα

ουσιαστικό

1. Σύμβολο του αλφαβήτου ή γενικότερα γραφικός χαρακτήρας που χρησιμοποιείται για την αναπαράσταση φωνημάτων, λέξεων ή νοημάτων στη γραπτή γλώσσα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έλαβε ένα γράμμα από την αδελφή του.
  • Το γράμμα 'α' είναι το πρώτο του ελληνικού αλφαβήτου.
  • Γράψε μου ένα γράμμα όταν φτάσεις.
  • Εφάρμοσε την οδηγία στο γράμμα του νόμου.
  • Το γράμμα που σχημάτισε με το μολύβι ήταν ευανάγνωστο.