καταστέλλομαι
ρήμα1. Υφίσταμαι εφαρμογή βίας, μέτρων ή πράξεων εξουσίας με σκοπό τη διάλυση, τον περιορισμό ή την εξουδετέρωση οργανωμένης κοινωνικής αντίδρασης, όπως εξεγέρσεις, διαδηλώσεις ή ανταρσίες.
Συνώνυμα
καταπνίγομαι καταπιέζομαι φιμώνομαι περιορίζομαι εμποδίζομαι ελέγχομαι παρεμποδίζομαι διώκομαι συγκρατούμαι μπλοκάρομαι φρενάρομαι πνίγομαι συνθλίβομαι καθηλώνομαι συλλαμβάνομαι σιωπάω
Αντώνυμα
εκφράζομαι εκδηλώνομαι απελευθερώνομαι ελευθερώνομαι ξεσπάω αποδεσμεύομαι υποστηρίζομαι ενθαρρύνομαι προωθούμαι αποκαλύπτομαι χειραφετούμαι ξεσηκώνομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Τα συμπτώματα καταστέλλομαι προσωρινά με τη φαρμακευτική αγωγή, αλλά επανεμφανίζονται αργότερα.
- Όταν υπάρχει έντονο στρες, ο οργανισμός μου καταστέλλομαι και νιώθω εξάντληση.
- Η φλεγμονή μπορεί να καταστέλλομαι αποτελεσματικά με την κατάλληλη θεραπεία.
- Σε περιόδους πίεσης, τα συναισθήματά της καταστέλλομαι αντί να εκφράζονται ανοιχτά.
- Η παραγωγή ορισμένων ορμονών καταστέλλομαι μετά τη χορήγηση του φαρμάκου.