καταστέλλομαι

ρήμα

1. Υφίσταμαι εφαρμογή βίας, μέτρων ή πράξεων εξουσίας με σκοπό τη διάλυση, τον περιορισμό ή την εξουδετέρωση οργανωμένης κοινωνικής αντίδρασης, όπως εξεγέρσεις, διαδηλώσεις ή ανταρσίες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Τα συμπτώματα καταστέλλομαι προσωρινά με τη φαρμακευτική αγωγή, αλλά επανεμφανίζονται αργότερα.
  • Όταν υπάρχει έντονο στρες, ο οργανισμός μου καταστέλλομαι και νιώθω εξάντληση.
  • Η φλεγμονή μπορεί να καταστέλλομαι αποτελεσματικά με την κατάλληλη θεραπεία.
  • Σε περιόδους πίεσης, τα συναισθήματά της καταστέλλομαι αντί να εκφράζονται ανοιχτά.
  • Η παραγωγή ορισμένων ορμονών καταστέλλομαι μετά τη χορήγηση του φαρμάκου.