κακοσύνη
ουσιαστικό1. Εκδήλωση ή διαρκής τάση προς πρόκληση βλάβης, πόνου ή ταλαιπωρίας σε άλλους, μέσω σκληρής ή απάνθρωπης συμπεριφοράς.
2. Γενική κατάσταση ή ιδιότητα που καθιστά μια πράξη, απόφαση ή χαρακτήρα επιβλαβή, καταστροφική ή ανήθικη.
Συνώνυμα
κακία κακότητα μοχθηρία μοχθηρότητα κακοήθεια κακοπροαίρεση κακοβουλία κακεντρέχεια σκατοψυχιά διαβολικότητα σκληρότητα βαναυσότητα σκληροκαρδία ανηθικότητα σατανικότητα διαφθορά πονηριά δόλος σαδισμός κακουργία μισανθρωπία δολοπλοκία
Αντώνυμα
καλοσύνη αγαθότητα αρετή ηθικότητα ευσπλαχνία συμπόνια καλοπροαίρεση ευγένεια αγάπη φιλανθρωπία ανθρωπισμός ελεημοσύνη ευσυνειδησία ευποιία ευεργεσία
Παραδείγματα χρήσης
- Η κακοσύνη στον κόσμο συχνά προκαλεί αίσθημα αδικίας.
- Έδειξε κακοσύνη όταν κορόιδευε τον νέο συνάδελφό του.
- Το είπε από κακοσύνη, όχι επειδή ήταν αλήθεια.
- Η κακοσύνη των λόγων του την πλήγωσε βαθιά.
- Δεν υπάρχει δικαιολογία για την κακοσύνη που προκάλεσες.