βαρβαρότητα
ουσιαστικό1. Σκληρή, απάνθρωπη συμπεριφορά ή στάση που εκδηλώνεται με βία, αγριότητα ή περιφρόνηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και των ηθικών κανόνων.
Συνώνυμα
βαναυσότητα κτηνωδία απάνθρωπια θηριωδία φρικαλεότητα σκληρότητα αγριότητα αποτρόπαιότητα βασανισμός πρωτογονισμός βιαιότητα ωμότητα χυδαιότητα ζούγκλα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η βαρβαρότητα του πολέμου δεν αφήνει αθώους πίσω της.
- Στην αρχαιότητα, ο όρος βαρβαρότητα χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει τα έθιμα των ξένων λαών.
- Η βαρβαρότητα της δολοφονίας συγκλόνισε ολόκληρη την κοινότητα.
- Τι βαρβαρότητα!
- Η οικονομική βαρβαρότητα των περικοπών πλήττει κυρίως τους πιο ευάλωτους.