κόλαση
ουσιαστικό1. Τόπος ή κατάσταση, σύμφωνα με διάφορες θρησκευτικές και μυθολογικές παραδόσεις, όπου οι ψυχές υπόκεινται σε τιμωρία, πόνο ή βασανιστήρια μετά τον θάνατο.
Συνώνυμα
Άδης Τάρταρος Κολαστήριο Μαρτύριο Βασανιστήριο κολαστήριο Άβυσσος Γολγοθάς Οδύνη Χαμός εφιάλτης μαρτύριο Ταλαιπωρία Ολέθρος Καύσωνας βασανιστήριο βασανισμός
Αντώνυμα
Παράδεισος Εδέμ ουρανός παράδεισος σωτηρία λύτρωση Ευδαιμονία Ευτυχία Γαλήνη Ήρεμία Ανάπαυση Δροσιά Τάξη απόλαυση
Παραδείγματα χρήσης
- Η κόλαση είναι το μέρος των αμαρτωλών σύμφωνα με τη θρησκεία.
- Η διαδρομή στην πόλη ήταν κόλαση εξαιτίας της κίνησης.
- Σήμερα η ζέστη είναι κόλαση, δεν αντέχω.
- Στην κουζίνα επικρατούσε κόλαση καθώς ετοίμαζαν το γιορτινό τραπέζι.
- Το πάρτι χθες ήταν κόλαση!