πολυλογικός

επίθετο

Που μιλάει ή γράφει υπερβολικά πολύ, συχνά με μακροσκελείς και εκτενείς εκφράσεις.

Συνώνυμα

φλύαρος λαλίστατος ομιλητικός πολυλογάς ακατάπαυστος κουραστικός λογομαθής

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιάννης είναι πολύ πολυλογικός και μιλά ασταμάτητα σε κάθε συζήτηση.
  • Η Μαρία έγινε πιο πολυλογική όταν ένιωσε άνετα με την παρέα.
  • Ο καθηγητής, αν και πολυλογικός, εξηγεί πάντα με σαφήνεια το μάθημα.
  • Δεν τον συμπαθούν όλοι, επειδή είναι υπερβολικά πολυλογικός στις συσκέψεις.
  • Οι πιο πολυλογικοί μαθητές γεμίζουν εύκολα όλη την ώρα του διαλείμματος.