λακωνικός
επίθετοΠου εκφράζεται με λίγες, περιεκτικές και ουσιαστικές λέξεις, χωρίς περιττά λόγια.
Συνώνυμα
σύντομος λιτός περιεκτικός σιωπηλός αμίλητος κρυπτικός συνοπτικός στρατολογικός άφωνος βραχύς φειδωλός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιάννης είναι πολύ λακωνικός και σπάνια μιλάει πολύ.
- Η απάντησή της ήταν σύντομη και λακωνική.
- Ζήτησε μια λακωνική εξήγηση για το πρόβλημα.
- Ο δάσκαλος εκτίμησε το λακωνικό ύφος του μαθητή.
- Σε μια λακωνική φράση, περιέγραψε όλη την κατάσταση.