εφεύρεση

ουσιαστικό

1. Αντικείμενο, συσκευή, μέθοδος ή διαδικασία που είναι πρωτότυπη και παρέχει νέα ή βελτιωμένη λύση σε τεχνικό, πρακτικό ή επιστημονικό πρόβλημα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο επιστήμονας παρουσίασε την εφεύρεση του στη διεθνή έκθεση.
  • Κατέθεσε αίτηση για πατέντα σχετικά με την εφεύρεση.
  • Η ιστορία του αποδείχθηκε ότι ήταν μια εφεύρεση.
  • Η εφεύρεση ενός φθηνού φίλτρου έλυσε το πρόβλημα καθαρού νερού στο χωριό.
  • Δεν χρειάζεται εφεύρεση για να καταλάβεις τι εννοώ.