αστραπή
ουσιαστικό1. Έντονη, στιγμιαία λάμψη στον ουρανό που προκαλείται από ηλεκτρική εκκένωση μεταξύ νεφών ή μεταξύ νεφών και γης, συχνά συνοδευόμενη από βροντή.
2. Μεταφορικά, πολύ σύντομη διάρκεια ή εξαιρετικά γρήγορη κίνηση ή ενέργεια, που συμβαίνει ακαριαία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αστραπή φώτισε τον νυχτερινό ουρανό.
- Οι αστραπές και οι βροντές δεν με άφηναν να κοιμηθώ.
- Έτρεξε σαν αστραπή και πρόλαβε το τελευταίο τρένο.
- Η ιδέα του ήρθε σαν αστραπή.
- Το χαμόγελό της ήταν μια αστραπή μέσα στην μουντή μέρα.