ανισότητα

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή πρότυπο στο οποίο υπάρχει άνιση κατανομή πόρων, δικαιωμάτων, ευκαιριών ή μεταχείρισης μεταξύ προσώπων, ομάδων ή περιοχών, με αποτέλεσμα διαφορετικά επίπεδα πρόσβασης και ευημερίας.

Συνώνυμα

ανίσωση αδικία διάκριση ανισοκατανομή ανισορροπία διαφορά ασυμμετρία ανομοιογένεια ανομοιότητα ανομοιομορφία ετερογένεια αναντιστοιχία

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στην άλγεβρα, η ανισότητα x > 2 έχει άπειρες λύσεις.
  • Η ανισότητα στην εκπαίδευση περιορίζει τις ευκαιρίες των παιδιών.
  • Η ανισότητα στο εισόδημα αυξάνεται τα τελευταία χρόνια.
  • Η ανισότητα στην πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη επηρεάζει την ποιότητα ζωής πολλών ανθρώπων.
  • Υπάρχει ανισότητα στην κατανομή των πόρων μεταξύ των περιφερειών.
  • Η ανισότητα απέναντι στο νόμο υπονομεύει την εμπιστοσύνη στην κοινωνία.