μεροληψία
ουσιαστικό1. Προδιάθεση ή τάση ενός ατόμου, μιας ομάδας ή ενός θεσμού να ευνοεί ή να αδικεί πρόσωπα, ιδέες ή αποτελέσματα, έτσι ώστε οι κρίσεις, οι αποφάσεις ή η συμπεριφορά να μην είναι αντικειμενικές.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μεροληψία του διαιτητή επηρέασε το αποτέλεσμα του αγώνα.
- Πρέπει να ελέγξουμε για μεροληψία στα δεδομένα της έρευνας.
- Η μεροληψία απέναντι σε ανθρώπους διαφορετικού υπόβαθρου είναι επικίνδυνη.
- Τα μέσα ενημέρωσης κατηγορήθηκαν για μεροληψία στην κάλυψη των γεγονότων.
- Η ομάδα εργασίας συζήτησε πώς να μειώσει την μεροληψία στις διαδικασίες πρόσληψης.