πλάσμα
ουσιαστικό1. Οντότητα με ζωτικές λειτουργίες, όπως άνθρωπος ή ζώο, ή γενικότερα οποιοδήποτε έμβιο ον.
2. Δημιούργημα ή ον που προέρχεται από τη φαντασία, τη λογοτεχνία ή τη λαϊκή παράδοση.
Συνώνυμα
όν δημιούργημα κτίσμα οργανισμός οντότητα έμβιο δημιουργία ερπετό ζώο άνθρωπος πρόσωπο ψυχή πλασματάκι τέρας θηρίο υβρίδιο άτομο ξωτικό τετράποδο τεχνούργημα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πλάσμα που είδα στο δάσος ήταν νυχτόβιο.
- Τα πλάσματα της θάλασσας εντυπωσιάζουν με τη μορφή και τη συμπεριφορά τους.
- Το πλάσμα του αίματος περιέχει πρωτεΐνες και ηλεκτρολύτες.
- Το πλάσμα είναι η τέταρτη κατάσταση της ύλης, μετά το στερεό, το υγρό και το αέριο.
- Ήταν απλά ένα πλάσμα της φαντασίας της όταν άκουσε περίεργους ήχους τη νύχτα.